ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ


Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014 18:38

Ο Σπύρος Μαρινάτος στο πρώτο ταξίδι για να εντοπίσει και να φέρει πίσω τα κλεμμένα αρχαία της Kατοχής

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

{...} 

Στις 18 Μαΐου του 1948, ο αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος έμπαινε στο αεροπλάνο για Ρώμη με έναν και μοναδικό σκοπό: να εντοπίσει και να φέρει πίσω τα κλεμμένα αρχαία της Kατοχής με εντολή του υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας που είχε κάνει και την πρώτη καταγραφή.

Ως καθηγητής αρχαιολογίας «που μιλούσε τρεις ξένες γλώσσες, πολυταξιδεμένος, με σπουδές στο Βερολίνο και εθνικόφρων, είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που τον καθιστούσαν τον εθνικό αρχαιολόγο εκείνης της εποχής», εξηγεί η κ. Ελένη Ματζουράνη, καθηγήτρια Ιστορίας, που μαζί με την κόρη του Μαρινάτου, Ναννώ, επιμελήθηκαν πρόσφατη έκδοση για τη ζωή του και επεξεργάστηκαν, μαζί με ομάδα ιστορικών, ανέκδοτες ιστορίες και αρχειακό υλικό από το άγνωστο μέχρι σήμερα εκείνο ταξίδι.

Στη βαλίτσα του ο Μαρινάτος είχε μεταφρασμένη την περίφημη λίστα του 1946 με τις καταγεγραμμένες κλοπές, αρκετά χρήματα -σε δολάρια- και το ελεύθερο να αποφασίσει πέρα από τη Ρώμη, το Βερολίνο και το Γκρατς, που ήταν οι προγραμματισμένοι σταθμοί, πού αλλού θα χρειαζόταν να ταξιδέψει, οδηγούμενος από την έρευνά του. Το σημαντικότερο όμως εφόδιο που διέθετε ήταν η καμπαρντινέ στολή του ταγματάρχη που φορούσε μαζί με τον ανάλογο βαθμό που είχε πάρει με συνοπτικές διαδικασίες από το Α΄ Σώμα Στρατού έναν μήνα νωρίτερα: θα αποδεικνύονταν απαραίτητα για να μπορέσει να συνδιαλλαγεί με τις συμμαχικές δυνάμεις για τον εντοπισμό και τον επαναπατρισμό των αρχαιοτήτων.

«Αντισυνταγματάρχης έπρεπε να είχα γίνει» φέρεται να είχε παραπονεθεί σε έναν καλό του φίλο αρχαιολόγο, όταν τον συνόδευσε στο αεροδρόμιο λίγο προτού πετάξει για τον πρώτο σταθμό του ταξιδιού του, τη Ρώμη. Φαίνεται ότι ο Μαρινάτος ανησυχούσε για το αν ο βαθμός του θα του έδινε το κύρος που χρειαζόταν για να τον πάρουν σοβαρά. Ήδη προτού ξεκινήσει, οι συμμαχικές δυνάμεις στο Βερολίνο είχαν αρχίσει να του δημιουργούν δυσκολίες και να φέρνουν αντιρρήσεις στο επικείμενο ταξίδι του. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από ένα γράμμα που είχε στείλει στη γυναίκα του και αναφέρεται σε επιστολή που είχαν στείλει οι ρωσικές δυνάμεις κατοχής του Βερολίνου. Ο Μαρινάτος γράφει ότι ένας Ρώσος συνταγματάρχης «ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία μας είναι ανεπαρκή για να αποδώσουν κάποιο άγαλμα. Διότι, λέγει, δεν φέρει όνομα. Εσκέφθην να το βαπτίσω εγώ Μακεδονία και να ζητήσω την άμεση αποκατάστασίν του».

Στο ταξίδι, που διήρκεσε 75 ημέρες, συνάντησε πολλές ανάλογες δυσκολίες, όπως ότι δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στο πολλά υποσχόμενο για την αποστολή του Βερολίνο, καθώς οι συμμαχικές δυνάμεις κατοχής της πόλης δεν του το επέτρεψαν, προβάλλοντας δικαιολογίες και γραφειοκρατικά εμπόδια, ενώ στους άλλους δύο σταθμούς -όπως γράφει ο ίδιος ο Μαρινάτος στην αναφορά του- τόσο οι στρατιωτικοί όσο και κάποιοι αρχαιολόγοι τον αντιμετώπιζαν με απροθυμία ή ακόμα και δυσπιστία.

Ο Μαρινάτος περιόδευσε σε μουσεία και πανεπιστήμια ψάχνοντας τα αρχαία της λίστας και χάρη σε παλιές του γνωριμίες από τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα μπόρεσε να βρει κάποια άκρη και βέβαια πολλά από τα κλεμμένα.

Στη Ρώμη στόχος του ήταν να εντοπίσει και να επιστρέψει στην Ελλάδα δεκάδες αρχαία που είχαν φύγει από τη Ρόδο, το 1940, για να συμπεριληφθούν σε μια μεγάλη έκθεση αρχαιοτήτων, που είχε γίνει στη Νάπολη. Μεταξύ των αρχαιοτήτων αυτών και η Αφροδίτη της Ρόδου, η οποία έφτασε με το υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» έξι μήνες αργότερα, γιατί ο Μαρινάτος και ο Ελληνας πρόξενος της Νάπολης είχαν αποφασίσει ότι ήταν παρακινδυνευμένο να ταξιδέψει ασυνόδευτη με ξένο μέσο.

Δεύτερος σταθμός του ταξιδιού ήταν το Γκρατς, όπου έφτασε τον Ιούλιο του 1948. Η μικρή πόλη της Αυστρίας δεν έχει επιλεγεί τυχαία ― ήταν η πόλη απ’ όπου καταγόταν ο διάσημος Αυστριακός στρατηγός Ρίνγκελ και ο οποίος το 1941 είχε κάνει στρατηγείο του τη βίλα Αριάδνη στην Κνωσό, αφαιρώντας από τις συλλογές τόσο της Κνωσού όσο και της Γόρτυνας πλήθος αρχαιοτήτων, τα οποία στη συνέχεια απέστειλε στην πατρίδα του.

Όταν ο Μαρινάτος φτάνει εκεί, απογοητευμένος από την άρνηση των συμμαχικών δυνάμεων κατοχής του Βερολίνου να τον δεχτούν, βιώνει μια ακόμη απογοήτευση: μαθαίνει ότι ο στρατηγός Ρίνγκελ έχει εγκαταλείψει την πόλη καθώς τον αναζητούσαν για να δικαστεί για εγκλήματα πολέμου, ενώ η έπαυλή του είχε λεηλατηθεί από τις ρωσικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν πάρει μαζί και όλα τα αρχαία.

Ο Μαρινάτος όμως δεν το έβαλε κάτω. Ερευνώντας έμαθε ότι κάποια από τα κλοπιμαία της Κνωσού είχαν γίνει δωρεά από τον Ρίνγκελ στο κρατικό πανεπιστήμιο της πόλης και έτσι κατάφερε να τα εντοπίσει. Αφού τα μελέτησε, τα πακέταρε και έτσι τρία μεγάλα κιβώτια έφτασαν τότε στην Ελλάδα. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1948, ταξίδεψε ξανά μαζί με τις αρχαιότητες, αυτήν τη φορά για να τις παραδώσει ο ίδιος στον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού.

Επιχείρηση απόκρυψης από τους Γερμανούς

Λίγο μετά το ταξίδι του 1948, στην Ιταλία και την Αυστρία, ο Μαρινάτος αναλαμβάνει γενικός διευθυντής Αρχαιοτήτων. Πέρα από τους επαναπατρισμούς, υπάρχει και το τιτάνιο έργο της αναδιοργάνωσης των μουσείων όλης της χώρας που κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχαν μείνει κλειστά και τα αρχαία τους κρυμμένα για να προστατευτούν τόσο από τους βομβαρδισμούς όσο και από τις λεηλασίες των κατακτητών.

Με χρήματα από το σχέδιο Μάρσαλ προσλαμβάνεται κόσμος γι’ αυτό ακριβώς το έργο ― ανάμεσα σε αυτούς και η νεαρή τότε αρχαιολόγος Εβη Τουλούπα, η οποία πιάνει πρώτη ημέρα δουλειά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο τον χειμώνα του 1950.

«Ο ενθουσιασμός μου ήταν μεγάλος γιατί τα χρόνια των σπουδών μας τα μουσεία ήταν κλειστά και οι γνώσεις μας ήταν θεωρητικές. Ανυπομονούσα να κρατήσω στα χέρια μου τα αρχαία», θυμάται σήμερα η ενενηντάχρονη κ.Τουλούπα. Η ομάδα της κατευθύνεται στα ημιυπόγεια του μουσείου όπου είχαν φυλαχτεί σε κουτιά τα αγγεία και οι ταναγραίες. Οι ετικέτες με τους αριθμούς είχαν φθαρεί από την υγρασία και η ταύτισή τους ήταν εξαιρετικά δύσκολη δουλειά.

«Τα αγγεία ήταν τυλιγμένα μέσα σε μπαμπάκια και χαρτιά που με έκπληξη βρίσκαμε καμιά φορά ματωμένα. "Είναι από τα ποντίκια”, έλεγε ο Σταύρος, ο βοηθός μου». Η ίδια ήταν ενθουσιασμένη, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. Ο πατέρας του βοηθού της Σταύρου Κασανδρή ήταν ένας παλιός αρχιτεχνίτης που είχε συμμετάσχει ενεργά στην επιχείρηση απόκρυψης των αγαλμάτων στα υπόγεια που ανοίχτηκαν κάτω από τις αίθουσες του μουσείου. Έναν χρόνο αργότερα είχε πεθάνει από ασιτία.

Η επιχείρηση απόκρυψης, στην οποία είχε λάβει μέρος ο πατέρας Κασανδρής, είχε ξεκινήσει επίσημα στις 11 Νοεμβρίου του 1940. Εκείνη την ημέρα οι διευθύνσεις όλων των μουσείων είχαν παραλάβει αναλυτικές οδηγίες φύλαξης για να προστατευτούν τα αρχαία. Έτσι και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μια επίλεκτη ομάδα αρχαιολόγων, τεχνιτών και εθελοντών ξεκινούσε ένα έργο που διήρκεσε έξι ολόκληρους μήνες. «Πολύ πρωί, προτού δύσει η Σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους», γράφει χαρακτηριστικά η Σέμνη Καρούζου, μέλος της επιτροπής απόκρυψης και ασφάλισης των εκθεμάτων.

«Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία του καθενός. Δεν ήξεραν πόσο χρόνο είχαν στη διάθεσή τους και ήταν εκατοντάδες γλυπτά», εξηγεί ο Κώστας Πασχαλίδης, επιμελητής Αρχαιοτήτων, που έχει μελετήσει έγγραφα και αρχεία του μουσείου στο οποίο δουλεύει. Τα αγγεία και τα μικρότερα αγάλματα μπήκαν σε κούτες και κρύφτηκαν στα υπόγεια, τα χρυσά κοσμήματα μεταφέρθηκαν σε θησαυροφυλάκια των τραπεζών, ενώ για τα μεγαλύτερα αγάλματα έσκαψαν ορύγματα. Μαρμάρινα αγάλματα, όπως ο τρίμετρος Κούρος του Σουνίου, θάφτηκαν ξανά κάτω από το χώμα.

Την ίδια στιγμή, παρόμοιες επιχειρήσεις απόκρυψης πραγματοποιούνται σε ολόκληρη την Ελλάδα: σε σπήλαια, όπως στην Ακρόπολη, σε αρχαίους τάφους, όπως στους Δελφούς, στον κήπο του μουσείου της Θεσσαλονίκης, όπου και εκεί είχαν ορύγματα για να κρυφτούν τα μαρμάρινα αγάλματα της συλλογής, ή στα Ιωάννινα, όπου οι εργαζόμενοι του μουσείου σφράγισαν σε κρύπτη κάτω από τον μιναρέ του τζαμιού την πολύτιμη συλλογή με χάλκινα αντικείμενα. Κάποια αγάλματα μεταφέρθηκαν χιλιόμετρα μακριά για να προστατευτούν, όπως ο ηνίοχος των Δελφών που φιλοξενήθηκε στις κρυψώνες του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Τα ευρετήρια όλων των θησαυρών των μουσείων ασφαλίστηκαν σε θυρίδες της Τραπέζης της Ελλάδος.

Έτσι, όταν από τις πρώτες ημέρες τους στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί κατακτητές άρχισαν να επισκέπτονται τα μουσεία, έβρισκαν το ένα μετά το άλλο κλειστά ή άδεια. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, η γερμανική στρατιωτική υπηρεσία για την προστασία της τέχνης ασκούσε έντονες πιέσεις για την επαναλειτουργία τους. Μοναδική περίπτωση που η ελληνική πλευρά αποδέχτηκε το επίμονο αίτημα ήταν η περίπτωση του αρχαιολογικού μουσείου του Κεραμεικού, με την αιτιολογία ότι είχε ανεγερθεί με γερμανική δωρεά. Αποτέλεσμα ήταν σε ξενάγηση Γερμανών αξιωματούχων, στις 9 Νοεμβρίου του 1941, να κλαπεί μελανόμορφος πίνακας με παράσταση νεκρού, η οποία μέχρι και σήμερα αγνοείται...

Πηγή: Μ. Κακαουνάκη, Καθημερινή
Φωτογραφίες: Enri Canaj

http://erroso.blogspot.com/2014/07/blog-post_15.html#ixzz37YHUqipK

Πολυμέσα

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Ζέστες…